Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

ΠΑΤΡΙΔΑ

Γεια σας.
Έχω πολλές μέρες στο μυαλό μου να αναρτήσω τους στίχους ενός πολύ αγαπημένου μου ύμνου-τραγουδιού,που έγραψε και σιγοτραγουδάει ο Αλκίνοος Ιωαννίδης,πολυαγαπημένος μου τραγουδοποιός.
Διαβάστε τους.


ΠΑΤΡΙΔΑ
Στίχοι & μουσική Αλκίνοος Ιωαννίδης

Λοιπόν αγρίεψε ο κόσμος σαν καζάνι που βράζει,
σαν το αίμα που στάζει, σαν ιδρώτας θολός.
Πότε πότε γελάμε, πότε κάνουμε χάζι
και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρός
Mα όταν κοιτάζω τις νύχτες τις ειδήσεις να τρέχουν
Ξέρω ότι δεν έχουν νέα για να μου πουν
Ήμουν εγώ στη φωτιά κι ήμουν εγώ η φωτιά
είδα το τέλος με τα μάτια ανοιχτά

Είδα τον πόλεμο φάτσα, τη φυλή και τη ράτσα
προδομένη από μέσα απ΄τους πιο πατριώτες
να 'χουν τη μάνα μου αιχμάλωτη με το όπλο στο στόμα
τα παιδιά τους στολίζουν σήμερα στη Βουλή
Κάτω από ένα τραπέζι, το θυμάμαι σαν τώρα,
με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα
είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες
μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ
"Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν, τι ωραία που πέφτουν"...

"Είδα γονείς ορφανούς, ο ένας παππούς απ' τη Σμύρνη
στη Δράμα πρόσφυγας πήγε να βρει βουλγάρικη σφαίρα
κι ο άλλος Κύπριος φυγάς στο μαύρο τότε Λονδίνο
στα 27 του στα δύο τον κόψανε οι Ναζί
Είδα μισή Λευκωσία, βουλιαγμένη Σερβία
στο Βελιγράδι ένα φάντασμα σ' άδειο ξενοδοχείο
αμερικάνικες βόμβες και εγώ να κοιμάμαι
αύριο θα τραγουδάνε στης πλατείας τη γιορτή
Είδα κομμάτια το κρέας μες στα μπάζα μιας πόλης
είδα τα χέρια, τα πόδια, πεταμένα στη γη
Είδα να τρέχουν στο δρόμο με τα παιδιά τους στον ώμο
κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική

Εδώ στην άσχημη πόλη που απ' την ανάγκη κρατιέται
ένας λαός ρημαγμένος μετάλλια ντόπα ζητάει
Ολυμπιάδες
κι η χώρα ένα γραφείο τελετών
θα σου ζητήσω συγγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ
Τους είχα δει να γελάνε οι μπάτσοι
κι απ' την Ομόνοια να πετάν' δακρυγόνα στο πυροσβεστικό
στο παράθυρο εικόνισμα άνθρωποι σαν λαμπάδες
και τα κανάλια αλλού να γυρνούν το φακό

Και είδα ξεριζωμένους να περνούν τη γραμμή
για μια πόρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα
έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας η καημένη
ο Σολωμός με Armani και την καρδιά ανοιχτή

Δεν ψάχνω ο εαυτός μου να 'ναι τόπος δικός μου
ξέρω πως όλα αν μου μοιάζαν, θα 'ταν αγέννητη η γη
δε με τρομάζει το τέρας ούτε κι ο άγγελός μου
ούτε το τέλος του κόσμου
Με τρομάζεις εσύ
Με τρομάζεις ακόμα οπαδέ της ομάδας
του κόμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα
διερμηνέα Του Θεού, ρασοφόρε γκουρού
τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο
προσεύχεσαι και σκοτώνεις
τραυλίζεις ύμνους οργής
Έχεις πατρίδα το φόβο, γυρεύεις να βρεις γονείς
μισείς το μέσα σου ξένο κι όχι, δεν καταλαβαίνω
δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω


Aκούστε το εδώ http://www.youtube.com/watch?v=R13y0CfluTw&feature=related


Αφιερωμένο σε όσους τους αγγίζει τη ψυχή και τους προκαλεί ρίγη ανατριχίλας...

Υ.Γ.
Χρησιμοποίησα και ένα δίστιχο του ποιήματος σαν επικεφαλίδα στο μπλοκ μου.

"Πότε πότε γελάμε, πότε κάνουμε χάζι
και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρός"

4 σχόλια:

VAD είπε...

http://www.youtube.com/watch?v=xF6gzROh_6I

'Ακουσέ το,Σάκη,εκπληκτικό!

sakis είπε...

Το έχω στη δισκοθήκη μου Βασίλη,
αλλά ευχαριστώ πολύ.

AIMILIOS είπε...

Πατρίδα μου

Στίχοι:
Μουσική: Μαυράκης Χρήστος
Πρώτη εκτέλεση: Νότης Σφακιανάκης

Αφήγηση:
Κι οι περισπούδαστοι πισωπατήσαν.
Στης ντροπής τα έδρανα καθίσαν,
να μιλήσουν, τάχα, να κρυφτούν.
Κι όμως να κι ανδρειωμένοι
τα φτερά ανοίξαν στις κερκόπορτες
μπροστά σταθήκαν και βροντοφώναξαν ξανά:
"Μολών Λαβέ".
Δεν είναι μύθος μη γελιέστε,
στις μέρες μας χαθήκατε μα δεν ξεχνιέστε
σε τούτους τους άμοιρους καιρούς.

Τραγούδι:
Εκείνο το πρωί
λες και δεν ήθελε να ξημερώσει
κι η μέρα φοβότανε
λες και δεν ήθελε ο ήλιος ν' ανατείλει
να μη δει το κακό που ερχότανε.
Τα πουλιά λουφάξαν στις φωλιές τους
αισθανθήκαν το μεγάλο κακό
τις χιλιάδες ανάσες
και μεμιάς των σοφών τα χαρτιά
τα τυλίξανε πύρινες γλώσσες.

Αστραπές και βροντές
χαρακώνουν στυγνά το κορμί σου.
Λυσσασμένα σκυλιά
να ξεσκίσουν ξανά
θέλουν τώρα σαν σάρκα τη γη σου.
Αστραπές και βροντές
χαρακώνουν στυγνά το κορμί σου.
Λυσσασμένα σκυλιά
να ξεσκίσουν ξανά
θέλουν τώρα σαν σάρκα τη γη σου.
Πατρίδα μου αγαπημένη
ποια κατάρα σε βαραίνει πόση μοναξιά.
Τα παιδιά σου διαλεγμένα
σ' ένα θάνατο ταγμένα και στη ξενιτιά.
Πατρίδα μου ...

Αφήγηση:
Που είστε παλικάρια;
Γιατί; και πώς μπορείτε να είστε ξεχασμένοι;
Αυτό είναι το παράπονο που οργή στα χείλη φέρνει.

Τραγούδι:
Εκείνο το πρωί
λες και δεν ήθελε η αυγή να φέρει
για το χάραμα χρώματα
λες και δεν ήθελε ο ήλιος να προσφέρει
να μη δούμε το αίμα στα σώματα
ουρλιαχτά που φωνάξαν "ΑΕΡΑ"
θα θυμόμαστε εκείνη τη μέρα
τη χαμένη πατρίδα.
Στης Ελλάδας τον κόρφο ως πότε
θα φωλιάζουν ηγέτες προδότες.

Αστραπές και βροντές
χαρακώνουν στυγνά το κορμί σου.
Λυσσασμένα σκυλιά
να ξεσκίσουν ξανά
θέλουν τώρα σαν σάρκα τη γη σου.

Αχ Ελλάδα λυπημένη έρημη μα δοξασμένη
πόσο σ' αγαπώ
Οι ήρωες που μας ζητάνε να μη δώσουμε
να φάνε κι άλλο μερτικό.
Πατρίδα μου ...

Αφήγηση:
Παλέψαμε, δώσαμε μάχες, τις κερδίσαμε.
Στη κορφή της γνώσης, να! σταθήκαμε.
Κι ήτανε τότε που πάνω μας πέσαν βάρβαροι
κι όλοι οι μικροί φτωχοί κι ανόητοι για να μας λιώσουν.
Μα γεννήσαμε το Γέρο του Μοριά και τον Καραΐσκάκη.
Ποιους αναστήσαμε ξανά? Πού είστε παλικάρια;
Γιατί και πως μπορείτε να είστε ξεχασμένοι;
Αυτό είναι το παράπονο που οργή στα χείλη φέρνει.
Στης Ελλάδας τον κόρφο ως πότε θα φωλιάζουν ηγέτες προδότες;

Τραγούδι:
Πατρίδα μου πόσο σ' αγαπώ,
Πατρίδα μου πόσο σ' αγαπώ.
Πατρίδα μου πόσο σ' αγαπώ,
Πατρίδα μου πόσο σ' αγαπώ!!!!!

sakis είπε...

Βλέπω το ρίξαμε όλοι πολύ στη ποίηση τελευταία.
Καλό σημάδι...